Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Επαγγελματική διαστροφή

Ο τίτλος της ανάρτησης μάλλον θα ξενίσει αρκετούς. Τι είναι η επαγγελματική διαστροφή, και τι σχέση μπορεί να έχει με τη νεοελληνική εκπαίδευση;
Μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο αρκεί για να βρούμε έναν ορισμό για την επαγγελματική διαστροφή: υπερβολική σχολαστικότητα σε θέματα επαγγελματικά, ή προδιάθεση της φαντασίας ατόμου να διακρίνει αρνητικές καταστάσεις στον επαγγελματικό βίο του.


Στην νεοελληνική εκπαίδευση τα πάντα έχουν οριστεί με μια πρωτόγνωρη επαγγελματική διαστροφή. Τα παραδείγματα είναι πολλά και ξεκινούν από την επιλογή του ενός μοναδικού βιβλίου, το οποίο παίρνει το ρόλο της Βίβλου τόσο για τον μαθητή, όσο και για τον εκπαιδευτικό, ασχέτως αν είναι ξεπερασμένο ή περιέχει λάθη. Ο μαθητής, σύμφωνα με την επαγγελματική διαστροφή κάποιου υψηλόβαθμου υπαλλήλου του Υπουργείου Παιδείας, δε χρειάζεται να έχει πρόσβαση σε άλλο υλικό, σε βιβλιογραφία, δε χρειάζεται να μάθει να ψάχνει και να αναζητά, το βιβλίο του παρέχει όλα όσα χρειάζεται να ξέρει. Κι όλα αυτά στην εποχή του διαδικτύου, όπου γύρω μας υπάρχει τόση πληροφορία που είναι περισσότερο απαραίτητο για κάποιον να μάθει να αναζητά και να αποκτήσει κριτική σκέψη, παρά να παπαγαλίζει ατελείωτες σελίδες ενός βιβλίου. Στα πλαίσια αυτής της διαστροφής, ο μαθητής της Β' Λυκείου διδάσκεται το μάθημα της Τεχνολογίας Επικοινωνιών, ενός επιστημονικού κλάδου που αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, από ένα βιβλίο του 1991, τόσο ξεπερασμένο που γράφηκε πριν την ύπαρξη του διαδικτύου! Ο μαθητής, όπως είναι επακόλουθο, απαξιώνοντας το βιβλίο αυτό, απαξιώνει και το μάθημα. Παρόλα αυτά ο σοφός νομοθέτης έχει ορίσει με σχολαστική ακρίβεια την εξεταστέα ύλη σε αυτό το βιβλίο, σαν να σου λέει ότι δεν έχει σημασία το περιεχόμενο, αλλά η αποστήθιση της συγκεκριμένης ύλης.


Η διαστροφή όμως δε σταματά στο βιβλίο. Συνεχίζεται και στον τρόπο που γίνεται η διδασκαλία. Ας πάρουμε για παράδειγμα το μάθημα της έκφρασης - έκθεσης της Γ' Λυκείου. Στις γενικές παρατηρήσεις για τη διδασκαλία του μαθήματος μπορεί κάποιος να διαβάσει ότι: "Οι μαθητές στη Γ΄ Λυκείου καλούνται να αξιοποιήσουν στην έκφρασή τους, προφορική και γραπτή, τον κριτικό-αποφαντικό τρόπο, με συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο κάθε φορά...Δεν αναμένεται να γράψουν οι μαθητές δοκίμιο, που είναι πολύ απαιτητικό είδος λόγου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να γράψουν κάποιο κείμενο δοκιμιακού τύπου". Στην πράξη όμως στο μάθημα αυτό διδάσκεται διδάσκεται η συμμόρφωση σε ένα συγκεκριμένο - και παρωχημένο - σύνολο κανόνων γραπτής επικοινωνίας που ευνουχίζουν την οποιαδήποτε εγγενή δυνατότητα του μαθητή για δημιουργική γραφή. Ο μαθητής μέσα από αυτή τη διαδικασία δε μαθαίνει να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να κρίνει και τέλος να αναπτύσσει τη δική του άποψη.Ο μαθητής μαθαίνει να συμβιβάζεται με το θέμα, να γράφει αοριστολογίες και ευχολόγια.
Οι δε θεματικές ενότητες του προσφέρουν μασημένη τροφή που συνήθως θα πρέπει να αποστηθίσει, ευνουχίζοντας έτσι τη δυνατότητα του να αρθρώσει το δικό του λόγο. Η σχολαστική εντρύφηση στην ανάλυση παρωχημένων δοκιμίων (πόσο Παπανούτσο και πόσο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο αντέχει η εποχή μας;) ελαττώνει τα περιθώρια να αναπτύξει ο μαθητής κριτική σκέψη.
Ο μαθητής μαθαίνοντας να λειτουργεί μηχανιστικά και να παραθέτει προκατασκευασμένα επιχειρήματα, τελικά μαθαίνει να λειτουργεί ανορθολογιστικά, αφού κανείς δεν του διδάσκει ότι η επίκληση στο συναίσθημα, ή η επίκληση στην αυθεντία, δεν συνάδουν με τον ορθολογισμό. Ο σκοπός βλέπεις δεν είναι να μάθει να αναπτύσσει σωστά επιχειρήματα, αλλά να πάρει όσο το δυνατό μεγαλύτερο βαθμό ακολουθώντας τον πιο εύκολο δρόμο.

Και τι κάνουμε λοιπόν; Μέχρι στιγμής παρακολουθούμε τους υπουργούς να αλλάζουν ο ένας μετά τον άλλον, κι ο καθένας να προσπαθεί να επιβάλλει τη δική του "εκπαιδευτική μεταρρύθμιση". Φυσικά και κανένα σύστημα σχεδιασμένο στο πόδι δεν μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Αν δεν υπάρξει ριζική αναπροσαρμογή της νεοελληνικής εκπαίδευσης με κατάργηση του μοναδικού βιβλίου, κατάργηση της αποστήθισης, αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών με σύγχρονα και ενδιαφέροντα αντικείμενα και αν εν προχωρήσει η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση. Φυσικά όλες αυτές οι αλλαγές θα δημιουργήσουν αντιδράσεις. Η υπάρχουσα αδράνεια αλλά και οι θιγόμενες ομάδες συμφερόντων δε θα αφήσουν να γίνει ομαλά μία τέτοια αλλαγή. Χρειάζεται λοιπόν πέρα από ένα καλά σχεδιασμένο εκπαιδευτικό σύστημα και η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί το σύστημα. Χωρίς αυτά δεν πρόκειται να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Σύγχρονη Εκπαίδευση;

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή με αφορμή τις Πανελλαδικές Εξετάσεις ξεκινά μία συζήτηση για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Η συζήτηση αυτή, ρηχή τις περισσότερες φορές, μένει κυρίως στον τρόπο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και όπως πάντα συζητώντας για το δένδρο χάνουμε το δάσος. Το δένδρο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις, το δάσος όμως είναι το είδος και το επίπεδο της εκπαίδευσης που παρέχει η πολιτεία στους μαθητές της. 

Φυσικά όσοι ασχολούνται με την εκπαίδευση ακούνε προειδοποιητικά καμπανάκια εδώ και χρόνια. Απλά άλλοι επιλέγουν να τα αγνοήσουν και άλλοι προσποιούνται ότι όλα πάνε καλά και δε χρειάζεται να αλλάξει τίποτα. Φέτος τα "καμπανάκια" χτύπησαν λίγο πιο δυνατά από το αναμενόμενο. Στις 3 Δεκεμβρίου του 2013 κυκλοφόρησε η έκθεση αξιολόγησης του ΟΟΣΑ του έτους 2012 για τα εκπαιδευτικά συστήματα 65 χωρών με βάση το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA). To PISA φυσικά δεν αποτελεί ένα απόλυτο μέτρο της εκπαίδευσης που παρέχεται σε μία χώρα, αλλά είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που βοηθά στην σχετική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων διαφόρων χωρών. 

Η διαδικασία της αξιολόγησης βασίζεται σε ένα σύνολο γνώσεων, που με βάση τον ΟΟΣΑ , θα πρέπει να έχουν οι μαθητές ηλικίας 15 ετών αλλά και σε ένα σύνολο δεξιοτήτων που θα πρέπει να έχουν αναπτύξει με βάση αυτές τις γνώσεις. Η αξιολόγηση των μαθητών είναι δειγματοληπτική (είναι λογικό ότι δεν μπορεί να εξεταστεί το σύνολο των μαθητών μίας χώρας) και γίνεται σε τρία (3) βασικά αντικείμενα: α) Μαθηματικά, β) Ανάγνωση - Κατανόηση Κειμένου, γ) Θετικές Επιστήμες

Φέτος λοιπόν η Ελλάδα βρέθηκε στην προτελευταία θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης (με τελευταία την Κύπρο).  Η χώρα μας βρέθηκε στη 42η θέση ανάμεσα στις 65 χώρες από την 25η που είχε το 2009. Με μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ στις 494 μονάδες στα Μαθηματικά, 496 μονάδες στην Ανάγνωση-Κατανόηση και 501 μονάδες στις Θετικές Επιστήμες, η χώρα μας συγκεντρώνει 453 μονάδες στα μαθηματικά, 477 στην Ανάγνωση-Κατανόηση και 467 στις Θετικές Επιστήμες. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή το 22,6% των Ελλήνων μαθητών  κρίθηκαν ανεπαρκείς στην Ανάγνωση - Κατανόηση Κειμένου (ποσοστό αυξημένο κατά 1,3% σε σχέση με το 2009), το 35,7% κρίθηκαν ανεπαρκείς στα Μαθηματικά (ποσοστό αυξημένο κατά 5,7% σε σχέση με το 2009) και το 25,5% κρίθηκαν ανεπαρκείς στις Θετικές Επιστήμες (αύξηση 0,2%). Για να υπάρχει κάποιο μέτρο σύγκρισης, τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ευρωζώνη ήταν 17,6% στην Ανάγνωση - Κατανόηση Κειμένου, 22,1% στα Μαθηματικά και 16,6% στις Θετικές Επιστήμες.
Τα αποτελέσματα αυτά κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Που οφείλονται όμως; 
Κάποιοι βιάστηκαν να τα αποδώσουν στην οικονομική κρίση, λέγοντας ότι λόγω κρίσης οι μαθητές αναγκάστηκαν να περιορίσουν τα φροντιστήρια. Αυτοί οι ίδιοι φυσικά κατέδειξαν την ακόμη μεγαλύτερη αποτυχία του συστήματος. Παρότι  έχουμε "δωρεάν παιδεία" συνταγματικά θεσμοθετημένη, θα πρέπει οι μαθητές να παρακολουθήσουν (και οι γονείς να πληρώσουν) φροντιστήρια για να αποκτήσουν αξιοπρεπή εκπαίδευση. Τα προηγούμενα χρόνια λοιπόν το πρόβλημα με τα σχολεία υπήρχε, απλά το "σκέπαζαν" τα φροντιστήρια. Σήμερα με λιγότερα φροντιστήρια "ο βασιλιάς είναι γυμνός".

Ο ΟΟΣΑ φυσικά από τη μεριά του είχε επισημάνει τα προβλήματα στην Ελληνική εκπαίδευση εδώ και χρόνια. Το 2011 μάλιστα συνέταξε μία ειδική μελέτη, κατά παραγγελία της τότε υπουργού παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου, για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στην έκθεση αυτή μέσα σε 109 σελίδες ο ΟΟΣΑ συνοψίζει τις περισσότερες παθογένειες του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η έκθεση δε μας λέει κάτι καινούριο, τα περισσότερα, αν όχι όλα τα ευρήματά της ήταν γνωστά. 

Έτσι λοιπόν η έκθεση αναφέρεται στην κακή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, στην ανάγκη εξορθολογισμού του σχολικού δικτύου, στην ανάγκη αξιολόγησης και την αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης. Με βάση αυτά καταλήγει σε κάποιες προτάσεις μεταρρυθμίσεων προς την τότε κυβέρνηση. Δυστυχώς όμως η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε "πάγωσε" ακόμη και τις λίγες μεταρρυθμίσεις που μέχρι τότε είχαν νομοθετηθεί. 

Σήμερα λοιπόν, 3 χρόνια μετά την έκθεση του ΟΟΣΑ, παραμένουμε θεατές της σταδιακής κατάρρευσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Και ας μη βιαστούν κάποιοι να κατηγορήσουν τρίτους. Η κατάντια αυτού του συστήματος οφείλεται αποκλειστικά σε μας. Σε όσους τόσα χρόνια εθελοτυφλούν, σε όσους τόσα χρόνια βολεύθηκαν με την κατάσταση που επικρατούσε, σε όσους τόσα χρόνια νομίζουν ότι στραβός είναι ο γιαλός και όχι η ρώτα της βάρκας μας.

Δεν ξέρω αν το δράμα της ελληνικής εκπαίδευσης θα έχει Happy End. 
Δεν ξέρω αν θα υπάρξει ένας από μηχανής θεός που θα σώσει την εκπαίδευση. 
Δεν ξέρω αν υπάρχει βούληση (πολιτική, συνδικαλιστική, κοινωνική) για αναστροφή της κατάστασης.

Ξέρω μόνο ότι η οποιαδήποτε λύση δε θα έρθει από τη μία μέρα στην άλλη, δε θα έρθει με την αντιγραφή άλλων συστημάτων και τέλος 
δε θα έρθει με ευχολόγια, με αφορισμούς ή με την αναπαραγωγή ιδεοληψιών προηγουμένων δεκαετιών.

Την πλήρη αξιολόγηση του ΟΟΣΑ με βάση το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) μπορείτε να την βρείτε εδώ.
Την πλήρη έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελληνική εκπαίδευση θα τη βρείτε εδώ
Μία μετάφραση της έκθεσης (που δυστυχώς δεν ξέρω αν είναι πιστή) μπορείτε να βρείτε εδώ.